Twitter
Politiki Agora 2012

Σημεία ομιλία Κώστα Χρυσόγονου

Ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης εκφράζει χωρίς αμφιβολία το ζητούμενο για την Ελλάδα σήμερα και γι’ αυτό πιστεύω ότι θα τον προσυπέγραφε η μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας, ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση καθενός. Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια είναι πως ακριβώς θα επιτευχθεί ο απεγκλωβισμός της χώρας από τον μνημονιακό κλοιό με ταυτόχρονη αποφυγή του πάντα απειλητικού φάσματος της άτακτης χρεοκοπίας.

Η «λύση» της παύσης πληρωμών και της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος, κατ΄ ουσία δεν υφίσταται. Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους που οφείλουμε να αποπληρώσουμε στα αμέσως επόμενα χρόνια είναι προς το ΔΝΤ. Σ’ αυτό συμμετέχουν πρακτικά όλα τα κράτη του κόσμου και η άρνηση καταβολής θα μας έφερνε αντιμέτωπους με τον πλανήτη ολόκληρο και θα μπορούσαν να μας επιβληθούν από τα άλλα κράτη κάθε είδους οικονομικά και άλλα αντίποινα. Έξοδος από την ευρωζώνη λοιπόν θα προϋπέθετε, για να μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί, να βρεθεί εξωτερικός χρηματοδότης για να διαθέσει περίπου 20 δις ευρώ για την αποπληρωμή του ΔΝΤ και τουλάχιστον άλλα τόσα για να αποκτήσει η Ελλάδα συναλλαγματικά διαθέσιμα, ώστε να υποστηριχθεί η ισοτιμία της νέας δραχμής. Ποσό της τάξης των 40 δις ευρώ και μάλιστα υπό μορφή «χορηγίας» και όχι δανείου δεν πρόκειται να μας διαθέσει κανένα κράτος της υφηλίου.

Εφόσον δεν βρεθεί χρηματοδότης, η εκτύπωση δραχμών δεν θα μας ωφελούσε σε τίποτα προς το εξωτερικό. Το νέο νόμισμα δε θα γινόταν αποδεκτό στις διεθνείς συναλλαγές και συνεπώς θα μέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τη δυνατότητα εισαγωγών, πράγμα που θα παρέλυε την οικονομική ζωή στη χώρα μας. Ακόμη χειρότερα, το νέο νόμισμα δε θα γινόταν αποδεκτό ούτε στο εσωτερικό της χώρας, επειδή παρά πολλοί Έλληνες έχουν αποθησαυρισμένα χαρτονομίσματα ευρώ σε φυσική μορφή. Έτσι οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών θα συνέχιζαν να γίνονται κατά μεγάλο μέρος με ευρώ στη «μαύρη αγορά», δηλαδή στην παραοικονομία, η οποία θα έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις, προκαλώντας και κατάρρευση των δημόσιων εσόδων. Η νέα δραχμή θα απέμενε ουσιαστικά να χρησιμοποιείται μόνο στις συναλλαγές με το κράτος και το κράτος θα κατέληγε να πληρώνει με αυτή μισθούς και συντάξεις, που θα υφίσταντο έτσι ακόμη βιαιότερη περικοπή από ό,τι οι μνημονιακές περικοπές.

Για τους λόγους αυτούς, η ρήξη με τους δανειστές είναι σήμερα πια μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι να βρεθούμε σε ακόμα χειρότερη μοίρα.

Θα μπορέσουμε να απεγκλωβιστούμε τελικά από τα μνημόνια μόνο εφόσον κατορθώσουμε να επανέλθουμε στις κεφαλαιαγορές με τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος στα μέσα του 2018. Τούτο προϋποθέτει α) να έχει περάσει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης με πειστικό τρόπο από το 2017 και β) να υπάρξει μια γενναία αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και τον ΕΜΣ, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά το συνολικό βάρος του. Ο κρίσιμος δείκτης για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε, είναι η απόδοση των 10ετών ομολόγων του ελληνικού δημοσίου στη δευτερογενή αγορά, η οποία τον Δεκέμβριο του 2012 ήταν στο 13,33% και τον Δεκέμβριο του 2016 έπεσε στο 6,88%. Με άλλες λέξεις, μέσα στα τελευταία 4 χρόνια έγινε κάποια πρόοδος, αλλά με αργούς ρυθμούς, ανεπαρκείς για την επίτευξη του τελικού στόχου, που πρέπει να είναι η πτώση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου περίπου στο 3% μέσα στους επόμενους 18 μήνες, ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να δανεισθεί από ιδιώτες το 2018-19 με στοιχειωδώς βιώσιμα επιτόκια και να απεξαρτηθεί επιτέλους από τον διακρατικό δανεισμό και τα μνημόνια.

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος πρέπει να εμπεδωθεί μια αίσθηση πολιτικής σταθερότητας και να υπάρξει προοπτική σοβαρής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Η πρώτη προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο θα ήταν να γίνει ένας διάλογος ουσίας μεταξύ των κομμάτων του συνταγματικού τόξου και των συλλογικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, προκειμένου να εκπονηθεί ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης, με προοπτική δεκαετιών και ανεξάρτητα από την αναμενόμενη φυσιολογική εναλλαγή των κυβερνήσεων. Μόνο έτσι μπορούμε να προσελκύσουμε σοβαρούς επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα αντί για τα αρπακτικά hedge funds που επιδιώκουν να αγοράσουν ακίνητα υπερχρεωμένων Ελλήνων σε εξευτελιστικές τιμές και να τα μεταπωλήσουν για να εξασφαλίσουν ένα ευκαιριακό κέρδος. Πρέπει ακόμη να σταματήσουν οι κραυγές για πρόωρες εκλογές και οι ψίθυροι περί δημοψηφίσματος και να ενισχυθεί η διαπραγματευτική μας ομάδα έναντι των δανειστών με την παρουσία παρατηρητών από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Πρέπει να αναδειχθούν οι συγκλίσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων εκεί όπου υπάρχουν και κατά τα άλλα να πέσουν οι τόνοι της κομματικής αντιπαράθεσης και να σταματήσουν οι εκατέρωθεν υβριστικοί χαρακτηρισμοί.

Πρέπει να βρούμε τρόπους να παράγουμε διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι συμβαίνει σήμερα. Τούτο προϋποθέτει εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους και προγραμματισμένη προώθηση της οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς στους οποίους έχουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Χρειαζόμαστε ακόμα στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και της τεχνολογικής καινοτομίας ώστε να δημιουργηθούν μαζικά νέες θέσεις εργασίας. Σήμερα στην Ελλάδα εργάζεται μόλις το 33% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι περίπου 43%. Συνεπώς για να γίνουμε στοιχειωδώς βιώσιμοι από οικονομική αλλά και κοινωνική άποψη αφού η ανεργία επηρεάζει σαφέστατα και το δημογραφικό πρόβλημα) είναι αναγκαίες, σε ορίζοντα μιας δεκαετίας περίπου, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας, κατά κύριο λόγο μέσα από ιδιωτικές επενδύσεις αφού τα δημοσιονομικά περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις σε τέτοια κλίμακα είναι ανύπαρκτα. Η ανάκαμψη της οικονομίας και η αύξηση της απασχόλησης είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει αναδιανομή πλούτου και κοινωνική δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα είμαστε καταδικασμένοι σε αναδιανομή εξαθλίωσης και μακροπρόθεσμα σε οικονομική και δημογραφική κατάρρευση.

Μέσα στο πλαίσιο ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδιασμού χρειαζόμαστε αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος με στόχο τη φορολογική δικαιοσύνη.
Χρειαζόμαστε μια διαφορετική πολιτική, με στοχευμένες παρεμβάσεις για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και όχι οριζόντια μέτρα. Χρειαζόμαστε καταρχάς μια αναδιάρθρωση του ελεγκτικού έργου, με τον υπάρχοντα μηχανισμό της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να ασχολείται με τις σοβαρές υποθέσεις φοροδιαφυγής, δηλαδή κυρίως μεγάλες επιχειρήσεις και φορολογουμένους μεγάλου πλούτου, όπου οι εντολές ελέγχου δίνονται με βάση παραμετρικά πρότυπα προσανατολισμένα στο παραπάνω κριτήριο. Οι εισαγγελίες πρέπει να αποκτήσουν ιδιαίτερους ελεγκτικούς μηχανισμούς, κατά προτίμηση ενταγμένους σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο ίδρυσης Δικαστικής Αστυνομίας, έτσι ώστε να πάψει η παράλυση της ΑΑΔΕ από τον υπέρμετρο αριθμό εντολών με κύρια στόχευση την έρευνα ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων. Δεύτερο, να νομοθετηθεί ειδική ταχεία διαδικασία για τον καταλογισμό φόρων, προσαυξήσεων κλπ σε όσους μετέφεραν καταθέσεις στο εξωτερικό χωρίς να δικαιολογούνται από τις φορολογικές δηλώσεις τους. Τρίτο, να θεσπιστεί η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων από τα δεσμευμένα (για λόγους ποινικών εκκρεμοτήτων) ποσά σε τράπεζες. Το σήμερα ισχύον καθεστώς ωφελεί μόνο τις τελευταίες και βλάπτει τόσο το κράτος όσο και τους δικαιούχους των καταθέσεων. Τέταρτο, να τεθεί άμεσα σε λειτουργία το σύστημα ηλεκτρονικής παρακολούθησης της διακίνησης υγρών καυσίμων, η εγκατάσταση του οποίου βρίσκεται σε τελικό στάδιο. Θα καταπολεμηθεί έτσι το λαθρεμπόριο και θα αυξηθούν σημαντικά τα δημόσια έσοδα. Η κεντρική ιδέα πρέπει να είναι η αναζήτηση χρημάτων εκεί όπου υπάρχουν και όχι περαιτέρω επιβαρύνσεις στους “συνήθεις υπόπτους”.

Περαιτέρω, μια από τις παραμέτρους του οικονομικού προβλήματος της χώρας είναι και η κατάσταση στη Δικαιοσύνη. Οι ρυθμοί εκδίκασης των υποθέσεων είναι τόσο αργοί, ώστε να ισοδυναμούν πρακτικά σε πολλές περιπτώσεις με αρνησιδικία. Τούτο αποθαρρύνει κάθε σοβαρή επένδυση, αφού κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος τι δικαστικές εκκρεμότητες μπορούν να προκύψουν και πόσο χρόνο θα διαρκέσουν.

Χρειάζονται δομικές παρεμβάσεις, σε τρεις άξονες: Πρώτο, αποποινικοποίηση σε ευρύτατη κλίμακα συμπεριφορών οι οποίες δεν έχουν ουσιαστική ποινική απαξία και τιμωρούνται με ποινές που δεν έχουν ουσιαστική αποτρεπτική ισχύ. Η δημόσια διοίκηση πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζει την ποινική δικαιοσύνη ως ένα είδος υποκατάστατου για να συγκαλυφθούν οι δικές της αδυναμίες και να την αφήσει να επιτελεί μέσα σε εύλογο χρόνο την πραγματική αποστολή της, δηλ. τον κολασμό των σοβαρών εγκλημάτων. Δεύτερο, να ενισχυθούν οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, ώστε να περιορισθεί ο ρυθμός γένεσης νέων διοικητικών διαφορών που τελεί σε ευθεία αναλογία με παρανομίες των διοικητικών οργάνων και έτσι να εκλογικευτεί ο υπέρμετρος φόρτος των διοικητικών δικαστηρίων. Τρίτο, να γίνουν πολύ πιο ουσιαστικές οι εξετάσεις για την απόκτηση άδειας δικηγορίας, ώστε να περιοριστεί σταδιακά ο υπέρμετρος αριθμός των δικηγόρων, ο οποίος λειτουργεί ως αιτιακός παράγοντας δημιουργίας αστικών διαφορών και τελικά οδηγεί στην επιβράδυνση του ρυθμού απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης. Σε συνδυασμό με αυτό πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω οι ρυθμίσεις περί δικαστικής διαμεσολάβησης η οποία θα μπορούσε να καταστεί υποχρεωτική σε ορισμένες περιπτώσεις, ώστε να μειωθεί ο φόρτος των υποθέσεων στα δικαστήρια και έτσι να επιταχυνθεί η εκδίκασή τους.

Ένας άλλος παράγοντας ανασταλτικός για σοβαρές επενδυτικές προσπάθειες είναι η έλλειψη κτηματολογίου στην Ελλάδα, σε αντίθεση προς ότι συμβαίνει σε πλείστες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η προσπάθεια κτηματογράφησης, που ξεκίνησε εδώ και μια εικοσαετία περίπου, προχωρεί με ρυθμούς χελώνας, με αποτέλεσμα να έχει κτηματογραφηθεί περίπου το 6% της επικράτειας με δαπάνη της τάξης των 800 εκατομμυρίων ευρώ (!). Πρέπει να αλλάξει η μεθοδολογία του εγχειρήματος και να αξιοποιηθούν τα υφιστάμενα στοιχεία από τα υποθηκοφυλακεία και τα αρχεία των συμβολαιογράφων, με βάση τις υφιστάμενες σχετικές προτάσεις των συλλογικών φορέων των τελευταίων, ώστε να επιταχυνθεί η κτηματογράφηση και να μειωθεί το κόστος της.

Συμπερασματικά, από την εκδήλωση της κρίσης, το πρώτο στάδιο αντίδρασης της ελληνικής κοινωνίας ήταν η άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από το περιβόητο «λεφτά υπάρχουν» το 2009.Το δεύτερο στάδιο ήταν αυτό της οργής όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από το κίνημα των αγανακτισμένων κυρίως το 2011-2012. Το τρίτο στάδιο, που διαρκεί από το 2012 έως σήμερα, είναι το στάδιο της κατάθλιψης, με διάφορες απεγνωσμένες αντιδράσεις, οι οποίες δεν μας έχουν οδηγήσει εκτός μνημονίου. Το τέταρτο στάδιο για το οποίο ήρθε η ώρα -είναι οι επόμενοι 18 μήνες- είναι το στάδιο της έλλογης διαχείρισης. Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει σελίδα.

Αφήστε ένα σχόλιο

* υποχρεωτικό